Εκτεθειμένοι στη φτώχεια οι πολύτεκνοι
Δημοσιεύθηκε από karnet March 01 2010 21:18:21
Μεγαλύτερη προσπάθεια απαιτείται για την προστασία συγκεκριμένων τύπων οικογενειών, όπως οι μονογονεϊκές, οι πολύτεκνες αλλά και οι οικογένειες με δύο παιδιά, που είναι περισσότερο επιρρεπείς στη φτώχεια.
Εκτεταμένη μορφή
Το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί με την λήψη μέτρων και προσφορά υπηρεσιών που θα επιτρέπουν στους γονείς την εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, καθώς τα μέτρα αυτά, έχουν, έναντι των επιδομάτων οικονομικής φύσης, το πλεονέκτημα ότι ενισχύουν τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, την ανάπτυξη της οικονομίας και την ενδυνάμωση της ικανότητας της χώρας να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της δημογραφικής γήρανσης.
Τα παραπάνω αναφέρει στα συμπεράσματα της έρευνάς της η εντεταλμένη διδασκαλίας στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης- Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Παρασκευή Περιστερά, η οποία εξετάζει τις πολιτικές για την οικογένεια, στην Ελλάδα.
Όπως επισημαίνει, οι αλλαγές στη δομή των νοικοκυριών και των οικογενειών θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη στον εκσυγχρονισμό των κοινωνικών αλλά κυρίως των οικογενειακών πολιτικών. Ενώ, τα υψηλά ποσοστά φτώχειας των οικογενειών με παιδιά επιτάσσουν την ανάγκη περισσότερων ή πιο αποτελεσματικών μέτρων.
Υπογραμμίζει ότι η αποτελεσματικότητα των οικογενειακών πολιτικών μπορεί π.χ. να αποτιμηθεί βάσει του ποσοστού κινδύνου φτώχειας για τους διάφορους τύπους οικογενειών αλλά και βάσει της εξέλιξης των δεικτών γονιμότητας. Το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας για το έτος 2007 ανέρχεται σε 34% για τις μονογονεϊκές οικογένειες, σε 30% για τις πολύτεκνες οικογένειες (2 ενήλικες, 3 και άνω παιδιά) και 22% για τις οικογένειες με 2 ενήλικες και 2 παιδιά και είναι αρκετά υψηλότερα από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Τόσο οι μονογονεϊκές οικογένειες, όσο και οι πολύτεκνες είναι οι πλέον ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού της χώρας μας (20% του συνολικού πληθυσμού μας έχει εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας για το έτος 2007). Επιπλέον τα νοικοκυριά με παιδιά έχουν υψηλότερο ποσοστό φτώχειας από τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά (23% έναντι 18%) καθώς και σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού (20%). Η οικονομική κατάσταση των οικογενειών και ο κίνδυνος φτώχειας στον οποίο είναι εκτεθειμένες, εξαρτώνται από το συνδυασμό των εισοδημάτων που κερδίζουν οι γονείς και των επιδομάτων που λαμβάνουν. Επιπλέον, η διαθεσιμότητα υπηρεσιών φροντίδας για τα παιδιά με προσιτό κόστος, επιτρέποντας και στους δύο γονείς να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, έχει σημαντική επιρροή στην οικονομική κατάσταση των οικογενειών. Προκειμένου να διερευνηθεί η συμβολή των οικονομικών επιδομάτων και των υπηρεσιών στην εναρμόνιση οικογενειακού και επαγγελματικού βίου παρουσιάζονται στη συνέχεια κάποια στοιχεία δαπανών για την οικονομική ενίσχυση των νοικοκυριών με παιδιά στη χώρα μας. Επισημαίνουμε ταυτόχρονα ότι η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των χωρών της Ε.Ε. με ιδιαίτερα χαμηλές δαπάνες για την οικογένεια καθώς το % του ΑΕΠ για τις οικογενειακές παροχές ανέρχεται μόλις στο 1,5% για το 2007 και είναι σαφώς χαμηλότερο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο (2,1% για το ίδιο έτος). Η κατανομή των συνολικών οικογενειακών δαπανών στη χώρα μας, ανάμεσα σε παροχές σε είδος και παροχές σε χρήμα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, διαχωρίζεται ως εξής: τα 2/3 των δαπανών αφορούν παροχές σε χρήμα και το 1/3 παροχές σε είδος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας του Ευρωβαρόμετρου, ανάμεσα στα σημαντικότερα μέτρα για τη βελτίωση της ζωής των οικογενειών είναι η ύπαρξη ευέλικτων υπηρεσιών φύλαξης για τα παιδιά12. Η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με τα χαμηλότερα ποσοστά σε παροχή υπηρεσιών παιδικής φύλαξης και φροντίδας και κάτω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο (Eurostat). Για παιδιά μικρότερα των 3 ετών το επίπεδο παροχής υπηρεσιών φύλαξης και φροντίδας ανέρχεται σε 10% έναντι 26% για την Ε.Ε. για το έτος 2006 ενώ στην περίπτωση των παιδιών από 3 έτη μέχρι την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ανέρχεται σε 61% έναντι 84% για την Ε.Ε. Να σημειωθεί επίσης ότι η Ελλάδα απέχει πολύ από την επίτευξη των στόχων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Απαραίτητο το υποστηρικτικό περιβάλλον
Σημειώνει ότι οι κυβερνήσεις δεν έχουν μεν άμεση επιρροή στην απόφαση απόκτησης παιδιών, μπορούν όμως, ενδεχομένως, να συμβάλλουν στην αύξηση της γονιμότητας, δημιουργώντας ένα υποστηρικτικό περιβάλλον για τις οικογένειες, μέσω οικονομικών επιδομάτων, υπηρεσιών φροντίδας και διευθετήσεων για το χρόνο εργασίας και τις άδειες που επιτρέπουν τη συμφιλίωση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.
Προκειμένου να ανταποκριθεί η πολιτεία στις ανάγκες του πληθυσμού που γηράσκει καθώς και στις ανάγκες των νέων τύπων οικογενειών, είναι σημαντικό, οι οικογένειες να μπορούν να αποκτούν τον επιθυμητό αριθμό παιδιών και οι γυναίκες να ενσωματώνονται στην αγορά εργασίας. Επομένως, πρέπει να βρεθούν νέοι τρόποι για να επιτευχθεί η συμφιλίωση μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Οι υπηρεσίες για τα παιδιά, σύμφωνα με την κ. Περιστερά, δεν πρέπει να αφορούν μόνο τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, αλλά να διευρυνθούν ώστε να παρέχεται φροντίδα των παιδιών, μετά το σχολείο και δραστηριότητες για την περίοδο των σχολικών διακοπών. Επιπλέον, θα έπρεπε να βελτιωθούν οι ικανότητες των ατόμων που εργάζονται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών φροντίδας. Είναι, επίσης, απαραίτητη η παροχή καλύτερων υπηρεσιών για τους ηλικιωμένους και τα εξαρτώμενα άτομα, προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, των μελών- και κυρίως γυναικών- της οικογένειας που φροντίζουν αυτά τα άτομα. Η δυνατότητα φροντίδας από επαγγελματίες και υποστήριξης από εθελοντές θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τις οικογενειακές πολιτικές, ενώ σημαντική είναι και η ίση συμμετοχή ανδρών και γυναικών στις οικογενειακές και οικιακές ευθύνες, για τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και την ενίσχυση των δεσμών των ανδρών με την οικογένεια. Ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, επισημαίνει η ερευνήτρια, θα ήταν η ενθάρρυνση των ανδρών να παίρνουν την άδεια πατρότητας.
Επιπλέον, η προσαρμογή των παρεχομένων υπηρεσιών στις ανάγκες των οικογενειών -προσαρμόζοντας, για παράδειγμα, το ωράριο λειτουργίας των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών στις ανάγκες των οικογενειών ή προσφέροντας ένα σύνολο υπηρεσιών συγκεντρωμένες σε ένα κοινό χώρο- θα συνέβαλλαν στη διευκόλυνση της ζωής των οικογενειών και τη συμφιλίωση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Η εικόνα της χώρας
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ίδιας εργασίας, ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία εικοσαετία φτάνοντας τα 11.213.785 άτομα το 2008, τάση που σύμφωνα με τις προβλέψεις, θα συνεχιστεί κατά τις δύο επόμενες δεκαετίες και στη συνέχεια θα μειωθεί. Με δεδομένο το ιδιαιτέρα ισχνό φυσικό ισοζύγιο των δύο τελευταίων δεκαετιών (2.097,3 εκατομ. οι γεννήσεις και 2.105 εκατομ. οι θάνατοι την περίοδο 1988-2007), η αύξηση του πληθυσμού μας οφείλεται όλο και περισσότερο στην καθαρή μετανάστευση.
Ταυτόχρονα, όπως και στο σύνολο των χωρών-μελών της ΕΕ, η μέση προσδοκώμενη ζωή στη γέννηση αυξάνεται αδιάλειπτα στη χώρα μας, τόσο για τους άνδρες (77,5 έτη το 2007 έναντι 67,5 το 1960) όσο και για τις γυναίκες (82 έτη το 2007 έναντι 70,5 το 1960), ενώ η Ελλάδα, ως προς τη γονιμότητα, κατατάχθηκε, το 2007, μεταξύ των χωρών της ΕΕ, ως μια από τις χώρες με τις χαμηλότερες τιμές του συγχρονικού δείκτη γονιμότητας (ΣΔΓ).
Η χαμηλή αυτή γονιμότητα, σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, συντέλεσαν και στην επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες, με αποτέλεσμα ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων (δηλ. ο λόγος των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προς 100 άτομα παραγωγικών ηλικιών) να ανέλθει το 2007 σε 27,7 έναντι του 22,8 το 1996 (22,5 το 1996 και 25,2 το 2007 αντίστοιχα για την ΕΕ25).
Την ίδια περίοδο, οι οικογενειακές δομές μεταβάλλονται προοδευτικά. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες τείνουν να παντρεύονται αργότερα, οι γάμοι είναι λιγότερο σταθεροί σε σχέση με παλαιότερα και οι γυναίκες φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά τους σε μεγαλύτερη ηλικία (30 έτη για το 2007 έναντι 28,7 για το 1998). Παρ' όλα αυτά, το ποσοστό διαζυγίων είναι ακόμα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη (12 διαζύγια επί 1000 κατοίκων το 2007), αν και παρατηρείται διαχρονικά μια σταδιακή αύξηση στις διαλύσεις των γάμων.
Οι πρότερες αλλαγές, διευκρινίζει η ερευνήτρια, δεν επηρέασαν ακόμη συνταρακτικά τη δομή της ελληνικής οικογένειας. Στην ελληνική κοινωνία κυριαρχεί η πυρηνική οικογένεια, ιδιαίτερα δε αυτή που αποτελείται από ένα ζευγάρι με 2 παιδιά (24% για το 2007 έναντι 17% για την ΕΕ25) ενώ η χώρα μας κατέχει από τα χαμηλότερα ποσοστά μονογονεϊκών οικογενειών μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. (2% για το έτος 2007) και γεννήσεων παιδιών εκτός γάμου (5,81% για το έτος 2007).
Έτσι, παρ' όλες τις αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών, η οικογένεια παίζει στην Ελλάδα έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο δεδομένου ότι συνεχίζει να λειτουργεί ως ένα άτυπο «δίχτυ ασφαλείας».
Οι πολιτικές για την οικογένεια στην Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, έχουν επηρεασθεί από τις δημογραφικές εξελίξεις και ειδικότερα τους χαμηλούς δείκτες γονιμότητας, την αύξηση των διαζυγίων, τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και την αναβολή της γέννησης παιδιών.
Οι δημογραφικές αλλαγές και κυρίως η χαμηλή γεννητικότητα/γονιμότητα και η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να επηρεάσουν την οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας μας, ειδικότερα δε τα συστήματα πρόνοιας και συνταξιοδότησης (τη δυνατότητά τους δηλ. για οικονομική στήριξη, παροχές και φροντίδα των ηλικιωμένων) και είναι προφανές ότι, οι δημογραφικές μας εξελίξεις αναμένεται να οδηγήσουν σε αύξηση των κοινωνικών δαπανών (συντάξεις, υγείας) τις επόμενες δεκαετίες, καταλήγει η ερευνήτρια.

Ρεπορτάζ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Νέος τύπος